낱말 색인
신약성경 그리스어 낱말 1,880종입니다. 각 낱말에서 뜻·형태소·신약 전체 용례로 이어집니다.
Α
- Ἀαρών 아론
- Ἀβραάμ 아브라함
- ἄβυσσος 무저갱
- ἀγαθοποιέω 선을 행하다
- ἀγαθός 좋은
- ἀγαλλίασις 기쁨
- ἀγαλλιάω 기뻐하다
- ἀγανακτέω 분개하다
- ἀγαπάω 사랑하다
- ἀγάπη 사랑
- ἀγαπητός 사랑받는
- ἄγγελος 천사
- ἀγέλη 가축 떼
- ἁγιάζω 거룩하게 하다
- ἁγιασμός 거룩함
- ἅγιος 거룩한
- ἁγνίζω 정결하게 하다
- ἀγνοέω 알지 못하다
- ἁγνός 순전한
- ἀγορά 장터
- ἀγοράζω 사다
- Ἀγρίππας 아그립바
- ἀγρός ~의 밭
- ἄγω 가져오다
- ἀγών 싸움
- ἀγωνίζομαι 싸우다
- Ἀδάμ 아담
- ἀδελφή 자매
- ἀδελφός 형제
- ᾍδης 음부
- ἀδικέω 해치다
- ἀδικία 불의
- ἄδικος 불의한
- ἀδόκιμος 낙심
- ἀδύνατος 할 수 없는
- ᾄδω 노래하다
- ἀεί 항상
- ἀετός 독수리
- ἄζυμος 무교의
- ἀήρ 공중
- ἀθετέω 물리치다
- Ἀθῆναι 아덴
- αἰγιαλός 해변
- Αἰγύπτιος 애굽 사람
- Αἴγυπτος 애굽
- αἷμα 피
- αἰνέω 칭찬하다
- αἵρεσις 분파
- αἴρω 들어 올리다
- αἰσχύνη 수치
- αἰσχύνω 부끄럽다
- αἰτέω 묻다
- αἰτία 죄목
- αἴτιος 원인이 되는 자
- αἰών 세대/영원
- αἰώνιος 영원한
- ἀκαθαρσία 더러움
- ἀκάθαρτος 더러운
- ἄκανθα 가시
- ἄκαρπος 열매 없는
- ἀκαταστασία 무질서
- ἀκοή 들음
- ἀκολουθέω 따르다
- ἀκούω 듣다
- ἀκριβῶς 정확히
- ἀκροβυστία 무할례
- ἄκρον 끝
- Ἀκύλας 아굴라
- ἅλας 소금
- ἀλείφω 기름 붓다
- ἀλέκτωρ 닭
- Ἀλέξανδρος 알렉산더
- ἀλήθεια 진리
- ἀληθής 참된
- ἀληθινός 참된
- ἀληθῶς 진실로
- ἁλιεύς 어부
- ἀλλά 그러나
- ἀλλάσσω 바꾸다
- ἀλλήλων 서로
- ἄλλος 다른 하나
- ἀλλότριος 남의
- ἅλυσις 쇠사슬
- Ἀλφαῖος 알패오
- ἅμα 함께
- ἁμαρτάνω 죄를 짓다
- ἁμάρτημα 죄
- ἁμαρτία 죄
- ἁμαρτωλός 죄 많은
- ἄμεμπτος 흠 없는
- ἀμήν 아멘
- ἄμμος 모래
- ἄμπελος 포도나무
- ἀμπελών 포도원
- ἀμφότερος 둘 다의
- ἄμωμος 흠 없는
- ἄν 만일
- ἀνά 각각
- ἀναβαίνω 올라가다
- ἀναβλέπω 쳐다보다
- ἀναγγέλλω 보고하다
- ἀναγινώσκω 읽다
- ἀναγκάζω 억지로 시키다
- ἀναγκαῖος 꼭 필요한
- ἀνάγκη 필요함
- ἀνάγω 인도하다
- ἀνάθεμα 헌신된
- ἀναιρέω 죽이다
- ἀνάκειμαι 기대 앉다
- ἀνακλίνω 기대 앉다
- ἀνακράζω 고함치다
- ἀνακρίνω 조사하다
- ἀναλαμβάνω 들어 올리다
- ἀναμιμνήσκω 생각나게 하다
- Ἀνανίας 아나니아
- ἀνάπαυσις 안식
- ἀναπαύω 쉬게 하다
- ἀναπέμπω 돌려보내다
- ἀναπίπτω 기대 앉다
- ἀναπληρόω 채워 이루다
- ἀνάστασις 부활
- ἀναστρέφω 되살아나다
- ἀναστροφή 행실
- ἀνατέλλω 떠오르다
- ἀνατολή 동쪽
- ἀναφέρω 메고 올라가다
- ἀναχωρέω 남겨 두다
- Ἀνδρέας 안드레
- ἀνέγκλητος 책망할 것 없는
- ἀνεκτός 견딜 만한
- ἄνεμος 바람
- ἄνεσις 안식
- ἀνέχω 참고 견디다
- ἀνήρ 남자
- ἀνθίστημι 대적하다
- ἀνθρώπινος 인간의
- ἄνθρωπος 사람
- ἀνθύπατος 총독
- ἀνίστημι 일어나다
- ἀνόητος 어리석은
- ἀνοίγω 열다
- ἀνομία 불법
- ἄνομος 무법한
- ἀνταποδίδωμι 되갚다
- ἀντί 왜냐하면
- ἀντίδικος 반대자
- ἀντίκειμαι 맞서다
- ἀντιλέγω 다투다
- Ἀντιόχεια 안디옥
- ἀντιτάσσω 저항하다
- ἀντίχριστος 적그리스도
- ἀνυπόκριτος 진실한
- ἄνω 위에
- ἄνωθεν 위로부터/거듭
- ἄξιος 합당한
- ἀξιόω 합당히 여기다
- ἀξίως 알맞게
- ἀόρατος 보이지 않는
- ἀπαγγέλλω 알리다
- ἀπάγω 끌어가다
- ἅπαξ 한 번
- ἀπαρνέομαι 부인하다
- ἀπαρχή 첫 열매
- ἅπας 모든/온
- ἀπάτη 속임
- ἀπείθεια 불순종
- ἀπειθέω 불순종하다
- ἀπειθής 거역하는
- ἄπειμι 떠나 있다
- ἀπεκδέχομαι 예상하다
- ἀπέναντι 맞은편의
- ἀπέρχομαι 떠나가다
- ἀπέχω 다 받다
- ἀπιστέω 믿지 아니하다
- ἀπιστία 불신
- ἄπιστος 믿지 않는
- ἁπλότης 숨김 없음
- ἀπό ~에게서 떠나
- ἀποδέχομαι 받아들이다
- ἀποδημέω 타국으로 가다
- ἀποδίδωμι 갚다
- ἀποδοκιμάζω 물리치다
- ἀποθήκη 곳간
- ἀποθνήσκω 죽다
- ἀποκαθίστημι 회복시키다
- ἀποκαλύπτω 나타내다
- ἀποκάλυψις 계시
- ἀποκόπτω 잘라 내다
- ἀποκρίνω 대답하다
- ἀποκτείνω 죽이다
- ἀπολαμβάνω 도로 받다
- ἀπολείπω 남겨 두다
- ἀπολλύω 멸하다
- Ἀπολλῶς 아볼로
- ἀπολογέομαι 변명하다
- ἀπολογία 변호
- ἀπολύτρωσις 속량
- ἀπολύω 풀어주다
- ἀπορέω 당황하다
- ἀποσπάω 꾀어내다
- ἀποστέλλω 보내다
- ἀποστερέω 속여 빼앗다
- ἀπόστολος 사도
- ἀποστρέφω 외면하다
- ἀποτάσσω 남겨 두다
- ἀποτίθημι 제쳐 놓다
- ἀποφέρω 빼앗아 가다
- ἅπτω 만지다
- ἀπωθέω 물리치다
- ἀπώλεια 멸망
- ἄρα 그런즉
- ἀργός 게으른
- ἀργύριον 돈
- ἄργυρος 은(銀)
- ἀρέσκω 기쁘게 하다
- ἀρετή 덕
- ἀριθμός 수(數)
- Ἀρίσταρχος 아리스다고
- ἀρκέω 족하다
- ἀρνέομαι 부인하다
- ἀρνίον 어린 양
- ἁρπάζω 사로잡다
- ἅρπαξ 탐욕스러운
- ἄρρην, ἄρσην 남성
- ἄρρωστος 병든
- Ἄρτεμις 아데미
- ἄρτι 이제
- ἄρτος 떡
- ἀρχαῖος 옛
- ἀρχή 처음
- ἀρχιερεύς 대제사장
- ἀρχισυνάγωγος 회당장
- ἄρχω 으뜸이 되다
- ἄρχων 관원
- ἀσέβεια 경건하지 않음
- ἀσεβής 경건하지 않은
- ἀσέλγεια 방탕
- ἀσθένεια 연약함
- ἀσθενέω 약하다
- ἀσθενής 약한
- Ἀσία 아시아
- ἀσκός 가죽 부대
- ἀσπάζομαι 문안하다
- ἀσπασμός 인사
- ἀστήρ 별
- ἀστραπή 번개
- ἀσύνετος 분별없는
- ἀσφαλής 안전한
- ἀτενίζω 주목하다
- ἀτιμάζω 욕되게 하다
- ἀτιμία 모욕
- αὐλή 뜰
- αὐξάνω 자라다
- αὔριον 내일
- αὐτός 그/그것
- αὐτοῦ 거기
- ἀφαιρέω 제거하다
- ἀφανίζω 멸하다
- ἄφεσις 용서
- ἀφθαρσία 썩지 않음
- ἄφθαρτος 썩지 않는
- ἀφίημι 놓아주다
- ἀφίστημι 남겨 두다
- ἀφορίζω 떼어 놓다
- ἀφορμή 기회
- ἄφρων 어리석은
- Ἀχαΐα 아가야
- ἄχρι ~까지
Β
- Βαβυλών 바벨론
- βάθος 깊음
- βάλλω 던지다
- βαπτίζω 침례를 주다/세례를 주다
- βάπτισμα 침례/세례
- βαπτισμός 침례/세례
- Βαπτιστής 침례 주는 자/세례 주는 자
- Βαραββᾶς 바라바
- βάρβαρος 외국인
- βαρέω 짐 지우다
- Βαρνάβας 바나바
- βάρος 짐
- βαρύς 무거운
- βασανίζω 고문하다
- βασανισμός 괴로움
- βασιλεία 나라
- βασιλεύς 왕
- βασιλεύω 왕 노릇 하다
- βασιλικός 왕의
- βαστάζω 나르다
- βάτος 가시나무
- βδέλυγμα 가증한 것
- βέβαιος 견고한
- βεβαιόω 확증하다
- βέβηλος 속된 것
- Βεελζεβούλ 바알세불
- Βηθανία 베다니
- Βηθλεέμ 베들레헴
- Βηθσαϊδά 벳새다
- βῆμα 재판석
- βιβλίον 두루마리
- βίβλος 책
- βίος 생명
- βλασφημέω 모독하다
- βλασφημία 모독
- βλάσφημος 모독하는
- βλέπω 보다
- βοάω 부르짖다
- βοηθέω 돕다
- βόσκω 먹이다
- βουλεύω 꾀하다
- βουλή 계획
- βούλομαι 꾀하다
- βοῦς 소
- βραχύς 조금
- βρέφος 젖먹이
- βρέχω 비를 내리다
- βροντή 우레
- βρυγμός 이 갈기
- βρῶμα 음식
- βρῶσις 먹는 일
- βύσσινος 고운 베
Γ
- γαζοφυλάκιον 헌금함
- Γάϊος 가이오
- γάλα 젖
- Γαλιλαία 갈릴리
- Γαλιλαῖος 갈릴리 사람
- γαμέω 장가들다
- γαμίσκω, γαμίζω 시집보내다
- γάμος 혼인
- γάρ 왜냐하면
- γαστήρ 복부
- γέ 참으로
- γέεννα 지옥
- γεμίζω 채우다
- γέμω 가득 차다
- γενεά 세대
- γένεσις 기원
- γεννάω 낳다
- γένος 족속
- γεύω 맛보다
- γεωργός 농부
- γῆ 땅
- γίνομαι ~이다/있다
- γινώσκω 알다
- γλῶσσα 혀
- γνώμη 결의
- γνωρίζω 알게 하다
- γνῶσις 지식
- γνωστός, γνώριμος 익히 아는
- γογγύζω 수군거리다
- Γόμορρα 고모라
- γονεύς 부모
- γόνυ 무릎
- γράμμα 쓰인 것
- γραμματεύς 서기관
- γραφή 기록
- γράφω 쓰다
- γρηγορέω 지켜보다
- γυμνός 벗은
- γυνή 여자
- γωνία 모퉁이
Δ
- δαιμονίζομαι 귀신 들리다
- δαιμόνιον 귀신
- δάκρυ, δάκρυον 눈물
- δάκτυλος 손가락
- Δαμασκός 다메섹
- δαπανάω 쓰다
- Δαυείδ, Δαυίδ, Δαβίδ 다윗
- δέ 그런데
- δέησις 간구
- δεῖ ~해야 한다
- δεικνύω 보이다
- δεῖπνον 잔치
- δέκα 열
- δεκατέσσαρες 열넷
- δέκατος 열째
- δεκτός 받으실 만한
- δένδρον 나무
- δεξιός 오른쪽
- δέομαι 기도하다
- δέρω 때리다
- δέσμιος 죄수
- δεσμός 쇠사슬
- δεσπότης 주인
- δεῦρο 오라
- δεῦτε 오라
- δεύτερος 둘째로
- δέχομαι 받아들이다
- δέω 매다
- δή 그래서
- δηλόω 분명히 하다
- δηνάριον 데나리온
- διά ~을 통하여/~때문에
- διάβολος 마귀
- διαθήκη 언약
- διακονέω 섬기다
- διακονία 섬김
- διάκονος 일꾼
- διακόσιοι 이백
- διακρίνω 의심하다
- διαλέγω 다투다
- διάλεκτος 언어
- διαλογίζομαι 토론하다
- διαλογισμός 생각함
- διαμαρτύρομαι 엄히 증언하다
- διαμένω 남아 있다
- διαμερίζω 나누다
- διάνοια 생각
- διανοίγω 활짝 열다
- διαπεράω 건너다
- διαπορεύω 통과하다
- διαρρήγνυμι 찢다
- διασκορπίζω 흩다
- διαστέλλω 분부하다
- διαστρέφω 굽게 하다
- διασῴζω 구원하다
- διατάσσω 지시하다
- διατίθημι 언약을 맺다
- διατρίβω 남아 있다
- διαφέρω 퍼지다
- διαφθείρω 멸하다
- διαφθορά 부패
- διδασκαλία 가르침
- διδάσκαλος 선생
- διδάσκω 가르치다
- διδαχή 가르침
- δίδωμι 주다
- διεγείρω 일으키다
- διερμηνεύω 해석하다
- διέρχομαι 지나가다
- διηγέομαι 자세히 이르다
- δίκαιος 의로운
- δικαιοσύνη 의(義)
- δικαιόω 의롭다 하다
- δικαίωμα 의로운 행위
- δικαίως 옳게
- δίκτυον 그물
- διό 그런즉
- διότι ~때문에
- δίς 두 번
- διψάω 목마르다
- διωγμός 박해
- διώκω 뒤쫓다
- δόγμα 칙령
- δοκέω 생각하다
- δοκιμάζω 살펴보다
- δοκιμή 시련
- δόκιμος 연단된
- δοκός 들보
- δόλος 속임
- δόξα 영광
- δοξάζω 영화롭게 하다
- δουλεία 종살이
- δουλεύω 종노릇하다
- δοῦλος 종
- δουλόω 종으로 삼다
- δράκων 용(龍)
- δρέπανον 낫
- δύναμαι 할 수 있다
- δύναμις 능력
- δυνατός 능한
- δύο 둘
- δυσμή 서쪽
- δώδεκα 열둘
- δῶμα 지붕
- δωρεά 거저 주는 선물
- δωρεάν 거저
- δῶρον 선물
Ε
- ἐάν 만일
- ἑαυτοῦ 자기 자신
- ἐάω 내버려 두다
- ἑβδομήκοντα 일흔
- ἕβδομος 일곱째
- Ἑβραῖος 히브리인
- Ἑβραϊστί 히브리 말로
- ἐγγίζω 가까이 가다
- ἐγγύς 가까운
- ἐγείρω 일어나다
- ἐγκαλέω 고발하다
- ἐγκαταλείπω 버려 두다
- ἐγκεντρίζω 접붙이다
- ἐγκόπτω 가로막다
- ἐγώ 나/우리
- ἔθνος 이방인
- ἔθος 관습
- εἰ 만일
- εἶδος 겉모습
- εἴδω 알아보다/깨닫다
- εἰδωλόθυτος 우상에게 바친
- εἰδωλολάτρης 우상 숭배자
- εἴδωλον 우상
- εἰκῇ 헛되이
- εἴκοσι 스물
- εἰκών 형상
- εἰμί ~이다/있다
- εἰρήνη 평화
- εἰς ~로/~에게
- εἷς 어떤 하나
- εἰσάγω 들여오다
- εἰσακούω 귀 기울이다
- εἰσέρχομαι 들어가다
- εἴσοδος 들어감
- εἰσπορεύω 들어가다
- εἰσφέρω 들여오다
- εἶτα 그런데
- εἴτε ~인지
- ἐκ ~에서 나와
- ἕκαστος 각각
- ἑκατόν 백(百)
- ἑκατόνταρχος 백부장
- ἐκβάλλω 쫓아내다
- ἐκδέχομαι 기다리다
- ἐκδικέω 원수를 갚다
- ἐκδίκησις 보응
- ἐκδύω 벗기다
- ἐκεῖ 거기
- ἐκεῖθεν 거기서부터
- ἐκεῖνος 저것
- ἐκζητέω 찾아내다
- ἐκκακέω 낙심하다
- ἐκκλησία 교회
- ἐκκόπτω 찍어 내다
- ἐκλέγω 택하다
- ἐκλεκτός 택함받은
- ἐκλογή 택하는
- ἐκλύω 기진하다
- ἐκμάσσω 닦아 내다
- ἐκπίπτω 떨어져 나가다
- ἐκπλήσσω 깜짝 놀라다
- ἐκπορεύω 떠나다
- ἔκστασις 놀라움
- ἐκτείνω 내밀다
- ἐκτός ~외에는
- ἕκτος 여섯째
- ἐκτρέπω 돌이켜 떠나다
- ἐκφέρω 내어 가다
- ἐκφεύγω 피하다
- ἐκχέω 쏟다
- ἔλαιον 감람유
- ἐλαιών 감람산
- ἐλαύνω 몰다
- ἐλάχιστος 가장 작은
- ἐλέγχω 꾸짖다
- ἐλεέω, ἐλεάω 긍휼히 여기다
- ἐλεημοσύνη 구제
- ἔλεος 긍휼
- ἐλευθερία 자유함
- ἐλεύθερος 자유
- ἐλευθερόω 자유롭게 하다
- Ἐλισάβετ 엘리사벳
- ἑλκύω, ἕλκω 끌어당기다
- Ἕλλην 헬라인
- ἐλπίζω 바라다
- ἐλπίς 소망
- ἐμαυτοῦ 나 자신
- ἐμβαίνω 오르다
- ἐμβλέπω 들여다보다
- ἐμβριμάομαι 요동하다
- ἐμός 나의 것
- ἐμπαίζω 조롱하다
- ἐμπίμπλημι 가득 채우다
- ἐμπίπτω 빠지다
- ἔμπορος 상인
- ἔμπροσθεν ~앞에
- ἐμπτύω 침 뱉다
- ἐμφανίζω 보이다
- ἔμφοβος 무서워하는
- ἐν ~안에/~위에/~가운데
- ἐναντίον ~앞쪽에
- ἐναντίος 적대적인
- ἐνδείκνυμι 보이다
- ἕνδεκα 열하나
- ἔνδυμα 옷
- ἐνδυναμόω 굳세게 하다
- ἐνδύω 입다
- ἕνεκα, εἵνεκεν ~로 말미암아
- ἐνέργεια 역사(役事)
- ἐνεργέω 활동하다
- ἐνθάδε 이곳에
- ἔνι ~이 있다
- ἐνιαυτός 해(年)
- ἐνίστημι 있다(임하다)
- ἔννατος 제구시
- ἐννέα 아홉
- ἐνοικέω 함께 거하다
- ἔνοχος ~에 대해 책임 있는
- ἐντέλλω 명하다
- ἐντεῦθεν, ἔνθεν 여기서부터
- ἔντιμος 귀히 여김받는
- ἐντολή 계명
- ἐντρέπω 부끄럽게 하다
- ἐντυγχάνω 청하다
- ἐνώπιον ~앞에
- ἕξ 여섯
- ἐξάγω 이끌어 내다
- ἐξαιρέω 골라내다
- ἐξαίφνης 갑자기
- ἐξαλείφω 지워 버리다
- ἐξαπατάω 속이다
- ἐξαποστέλλω 내보내다
- ἐξαυτῆς 곧
- ἐξέρχομαι 나가다
- ἔξεστι, ἐξόν 허락되다
- ἐξηγέομαι 알려 주다
- ἑξήκοντα 예순
- ἑξῆς 그다음에
- ἐξίστημι 놀라게 하다
- ἐξομολογέομαι 동의하다
- ἐξουθενέω 물리치다
- ἐξουσία 권세
- ἔξω 밖에
- ἔξωθεν 바깥
- ἑορτή 명절
- ἐπαγγελία 약속
- ἐπαγγέλλω 공언하다
- ἐπαινέω 칭찬하다
- ἔπαινος 찬양
- ἐπαίρω 들어 높이다
- ἐπαισχύνομαι 부끄러워하다
- ἐπάνω 위에
- ἐπαύριον 이튿날
- ἐπεί ~한 이래로
- ἐπειδή ~한 이래로
- ἔπειτα 그런데
- ἐπέρχομαι 들이닥치다
- ἐπερωτάω 물어보다
- ἐπέχω 붙들어 내밀다
- ἐπί ~위에/~에게/~을 향하여
- ἐπιβαίνω 올라타다
- ἐπιβάλλω 덧입다
- ἐπίγειος 땅에 속한
- ἐπιγινώσκω 알게 되다
- ἐπίγνωσις 지식
- ἐπιγραφή 새긴 글
- ἐπιγράφω 위에 쓰다
- ἐπιδείκνυμι 증명하다
- ἐπιδίδωμι 건네주다
- ἐπιεικής 온유한
- ἐπιζητέω 찾아 구하다
- ἐπιθυμέω 사모하다
- ἐπιθυμία 욕망
- ἐπικαλέω 이름 부르다
- ἐπίκειμαι 얹어 놓다
- ἐπιλαμβάνω 잡다
- ἐπιλανθάνω 잊다
- ἐπιμένω 계속 있다
- ἐπιοῦσα 나중에 오다
- ἐπιπίπτω 덮치다
- ἐπιποθέω 사모하다
- ἐπισκέπτομαι 돌보다
- ἐπισκιάζω 덮어 가리다
- ἐπίσκοπος 감독
- ἐπίσταμαι 깨달아 알다
- ἐπιστάτης 주인
- ἐπιστολή 편지
- ἐπιστρέφω 돌이키다
- ἐπισυνάγω 모이다
- ἐπιταγή 명령
- ἐπιτάσσω 명령하다
- ἐπιτελέω 완성하다
- ἐπιτίθημι 얹다
- ἐπιτιμάω 꾸짖다
- ἐπιτρέπω 허락하다
- ἐπιτυγχάνω 차지하다
- ἐπιφάνεια 나타나심
- ἐπιχορηγέω 공급하다
- ἐποικοδομέω 세워 올리다
- ἐπουράνιος 하늘의
- ἑπτά 일곱
- ἔπω, ἐρῶ, εἶπον 말하다
- ἐργάζομαι 일하다
- ἐργασία 일
- ἐργάτης 일꾼(품꾼)
- ἔργον 일
- ἐρευνάω 살펴 찾다
- ἔρημος 버려진
- ἐρημόω 황폐하게 하다
- ἐριθεία 경쟁
- ἔρις 다툼
- ἔρχομαι 오다/가다
- ἐρωτάω 묻다
- ἐσθής 옷
- ἐσθίω 먹다
- ἔσχατος 마지막
- ἔσω 안쪽의
- ἔσωθεν 속으로
- ἕτερος 다른 것
- ἔτι 아직
- ἑτοιμάζω 예비하다
- ἕτοιμος 준비된
- ἔτος 해(年)
- εὖ 잘하였도다
- εὐαγγελίζομαι 기쁜 소식을 전하다
- εὐαγγέλιον 복음
- εὐάρεστος 기뻐하시는
- εὐδοκέω 즐거워하다
- εὐδοκία 선의
- εὐθέως 곧
- εὐθύς 곧은
- εὐκοπώτερος 쉬운
- εὐλογέω 찬송하다
- εὐλογητός 칭찬할 만한
- εὐλογία 찬양
- εὐνοῦχος 내시
- εὐπρόσδεκτος 받으실 만한
- εὑρίσκω 찾아내다
- εὐσέβεια 경건
- εὐσχήμων 적절한
- εὐφραίνω 명절을 지키다
- εὐχαριστέω 감사하다
- εὐχαριστία 감사함
- εὔχομαι 바라 기도하다
- εὐώνυμος 왼쪽
- ἐφάπαξ 단번에
- Ἐφέσιος 에베소 사람
- Ἔφεσος 에베소
- ἐφίστημι 나아가다
- ἔχθρα 적의
- ἐχθρός 원수
- ἔχιδνα 뱀
- ἔχω 가지다
- ἕως ~까지
Ζ
- Ζαχαρίας 사가랴
- ζάω 살다
- Ζεβεδαῖος 세베대
- ζῆλος 열심
- ζηλόω 힘쓰다
- ζηλωτής 열심 있는 자
- ζημιόω 잃다
- ζητέω 구하다
- ζήτημα 논쟁거리
- ζήτησις 논란
- ζιζάνιον 가라지
- ζόφος 어둠
- ζυγός 멍에/저울
- ζύμη 누룩
- ζωή 생명
- ζώνη 띠
- ζῷον 생물
- ζωοποιέω 살리다
Η
- ἤ 또는
- ἡγεμών 관원
- ἡγέομαι 다스리다
- ἤδη 이미
- ἡδονή 쾌락
- ἥκω 이르러 오다
- Ἡλίας 엘리야
- ἡλικία 나이/키
- ἥλιος 해(태양)
- ἡμέρα 날
- ἡμέτερος 우리의
- ἥμισυς 절반
- Ἡρώδης 헤롯
- Ἡρωδιάς 헤로디아
- Ἡσαΐας 이사야
- ἡσυχάζω 잠잠히 그만두다
Θ
- θάλασσα 바다
- θάνατος 죽음
- θανατόω 죽이다
- θάπτω 장사하다
- θαρρέω 확신하다
- θαρσέω 안심하다
- θαυμάζω 놀라다
- θαυμαστός 기이한
- θεάομαι 바라보다
- θεῖον 유황
- θέλημα 뜻
- θέλω 원하다
- θεμέλιος 기초
- θεμελιόω 기초를 놓다
- θεός 하나님
- θεραπεύω 섬기다/고치다
- θερίζω 거두다
- θερισμός 추수
- θερμαίνω 따뜻하게 하다
- Θεσσαλονικεύς 데살로니가 사람
- Θεσσαλονίκη 데살로니가
- θεωρέω 겪어 보다
- θηλάζω 젖 먹이다
- θῆλυς 여성
- θηρίον 들짐승
- θησαυρίζω 쌓아 두다
- θησαυρός 보물
- θλίβω 힘써 나아가다
- θλῖψις 환난
- θνῄσκω 숨지다
- θνητός 죽을
- θορυβέω 소란을 일으키다
- θόρυβος 소동
- θρίξ 머리털
- θρόνος 보좌
- θυγάτηρ 딸
- θυμίαμα 향
- θυμός 진노
- θύρα 문
- θυσία 제사
- θυσιαστήριον 제단
- θύω 제물로 드리다
- Θωμᾶς 도마
- θώραξ 흉배
Ι
- Ἰακώβ 야곱
- Ἰάκωβος 야고보
- ἰάομαι 고치다
- Ἰάσων 야손
- ἰατρός 의사
- ἴδε 보라
- ἴδιος 자기의
- ἰδιώτης 배우지 못한
- ἰδού 보라
- ἱερεύς 제사장
- Ἱεριχώ 여리고
- ἱερόν 성전
- Ἱεροσόλυμα 예루살렘
- Ἱερουσαλήμ 예루살렘
- Ἰεσσαί 이새
- Ἰησοῦς 예수
- ἱκανός 넉넉한
- Ἰκόνιον 이고니온
- ἱμάτιον 옷
- ἱματισμός 옷
- ἵνα ~하기 위하여
- Ἰόππη 욥바
- Ἰορδάνης 요단
- Ἰουδαία 유대
- Ἰουδαῖος 유대인
- Ἰούδας 유다
- ἵππος 말(馬)
- Ἰσαάκ 이삭
- Ἰσκαριώτης, Ἰσκαριώθ 가룟
- ἴσος 동등한
- Ἰσραήλ 이스라엘
- Ἰσραηλίτης 이스라엘 사람
- ἵστημι 서다
- ἰσχυρός 강한
- ἰσχύς 힘
- ἰσχύω 강하다
- Ἰταλία 이달리야
- ἰχθύς 물고기
- Ἰωάννης 요한
- Ἰωνᾶς 요나
- Ἰωσήφ 요셉
Κ
- κἀγώ 나도 또한
- καθαιρέω 내려놓다
- καθάπερ 꼭 그같이
- καθαρίζω 깨끗하게 하다
- καθαρισμός 정결하게 함
- καθαρός 깨끗한
- καθέζομαι 자리에 앉다
- καθεξῆς 차례대로
- καθεύδω 자다
- κάθημαι 앉다
- καθίζω 앉히다
- καθίστημι 세우다
- καθότι ~와 같이
- καθώς ~와 같이
- καί 그리고
- Καϊάφας 가야바
- καινός 새로운
- καίπερ 비록
- καιρός 때(시기)
- Καῖσαρ 가이사
- Καισάρεια 가이사랴
- καίω 불붙이다
- κἀκεῖ 거기에도
- κἀκεῖθεν 거기서부터 또
- κἀκεῖνος 그것도
- κακία 악(형용)
- κακός 악(惡)
- κακόω 해치다
- κακῶς 나쁘게
- κάλαμος 갈대
- καλέω 부르다
- καλός 좋은
- καλύπτω 덮다
- καλῶς 우물
- κάμηλος 낙타
- κἄν 비록 ~일지라도
- κανών 규례
- Καπερναούμ 가버나움
- καπνός 연기
- καρδία 마음
- καρπός 열매
- καρποφορέω 열매 맺다
- κάρφος 티
- κατά ~을 따라
- καταβαίνω 내려가다
- καταβολή 처음
- καταγγέλλω 선포하다
- κατάγω 끌어내리다
- καταδικάζω 정죄하다
- καταισχύνω 욕되게 하다
- κατακαίω 태우다
- κατάκειμαι 기대 앉다
- κατακλίνω 앉다
- κατακρίνω 정죄하다
- καταλαλέω 비방하다
- καταλαμβάνω 움켜쥐다
- καταλείπω 버려 두다
- καταλλάσσω 화목하게 하다
- καταλύω 헐다/유숙하다
- κατανοέω 살피다
- καταντάω 다가오다
- καταπατέω 짓밟다
- κατάπαυσις 안식
- καταπέτασμα 휘장
- καταπίνω 삼켜 버리다
- κατάρα 저주
- καταράομαι 저주하다
- καταργέω 그치다
- καταρτίζω 완성하다
- κατασκευάζω 채비하다
- καταφιλέω 입 맞추다
- καταφρονέω 업신여기다
- κατέναντι ~앞에
- κατεργάζομαι 이루어 내다
- κατέρχομαι 내려오다
- κατεσθίω 삼키다
- κατέχω 굳게 잡다
- κατηγορέω 고발하다
- κατήγορος 고발하는 자
- κατηχέω 훈계하다
- κατοικέω 거하다
- κάτω 아래에
- καυχάομαι 자랑하다
- καύχημα 교만
- καύχησις 교만
- κεῖμαι 놓이다
- κελεύω 명하다
- κενός 빈
- κενόω 비우다
- κέντρον 쏘는 것
- κέρας 뿔
- κερδαίνω 얻다
- κεφαλή 머리
- κῆπος 동산
- κήρυγμα 전파함
- κηρύσσω 전파하다
- Κηφᾶς 게바
- κιβωτός 언약궤
- Κιλικία, Κιλικία 길리기아
- κίνδυνος 위험
- κινέω 움직이다
- κλάδος 가지
- κλαίω 울다
- κλάσμα 조각
- κλαυθμός 통곡
- κλάω 깨뜨리다
- κλείς 열쇠
- κλείω 닫다
- κλέπτης 도둑
- κλέπτω 훔치다
- κληρονομέω 유업으로 받다
- κληρονομία 유업
- κληρονόμος 상속자
- κλῆρος 제비
- κλῆσις 부르심
- κλητός 부름받은
- κλίνη 침상
- κλίνω 굽히다
- κοιλία 배(腹)/태
- κοιμάω 자다
- κοινός 속된
- κοινόω 더럽히다
- κοινωνέω 함께하다
- κοινωνία 참여
- κοινωνός 참여자
- κόκκινος 주홍빛
- κόκκος 씨앗
- κολαφίζω 두들기다
- κολλάω 합하다
- κόλπος 품
- κολυμβήθρα 못(池)
- κομίζω 되돌려 받다
- κονιορτός 티끌
- κοπιάω 수고하다
- κόπος 수고
- κόπτω 베다/애곡하다
- κοράσιον 소녀
- Κόρινθος 고린도
- Κορνήλιος 고넬료
- κοσμέω 정하여 두다
- κόσμος 세상
- κόφινος 광주리
- κράββατος 침상
- κράζω 외치다
- κράσπεδον 가장자리
- κρατέω 붙잡다
- κράτος 능력
- κραυγάζω 소리 지르다
- κραυγή 외침
- κρείσσων 더 큰
- κρεμάω 달다
- Κρήτη 그레데
- κρίμα 심판
- κρίνω 판단하다
- κρίσις 심판
- κριτής 재판장
- κρούω 두드리다
- κρυπτός 감추어진
- κρύπτω 숨기다
- κτάομαι 소유하다
- κτίζω 창조하다
- κτίσις 창조
- κύκλῳ 둘레의
- κῦμα 물결
- Κύπρος 구브로
- Κυρηναῖος 구레네
- κυριεύω 주관하다
- κύριος 주(主)
- κύων 개
- κωλύω 막다
- κώμη 마을
- κωφός 귀먹은
Λ
- Λάζαρος 나사로
- λαλέω 이야기하다
- λαμβάνω 받다
- λαμπάς 창문
- λαμπρός 빛나는
- λάμπω 비치다
- λανθάνω 숨겨져 있다
- Λαοδίκεια 라오디게아
- λαός 백성
- λατρεία 사역
- λατρεύω 봉사하다
- λέγω 말하다
- λείπω 부족하다
- λειτουργία 사역
- λειτουργός 사역자
- λεπρός 나병의
- Λευΐ 레위
- λευκός 흰
- λέων 사자
- ληνός 포도주 틀
- λῃστής 강도
- λίαν 크게
- λιθάζω 돌로 치다
- λιθοβολέω 돌로 치다
- λίθος 돌
- λίμνη 호수
- λιμός 굶주림
- λογίζομαι 세다
- λόγος 말씀
- λοιπόν 이제부터
- λοιπός 남은
- λούω 씻다
- λύκος 이리
- λυπέω 슬퍼하다
- λύπη 슬픔
- Λύστρα 루스드라
- λυχνία 등잔대
- λύχνος 등불
- λύω 풀다
Μ
- Μαγδαληνή 막달라
- μάγος 박사
- μαθητής 제자
- μαίνομαι 미쳐 날뛰다
- μακάριος 복 있는
- Μακεδονία 마게도냐
- Μακεδών 마게도냐 사람
- μακρόθεν 멀리서
- μακροθυμέω 참아 주다
- μακροθυμία 오래 참음
- μακρός 먼
- μάλιστα 특별히
- μᾶλλον 더욱
- μανθάνω 배우다
- μάννα 만나
- μαργαρίτης 진주
- Μάρθα 마르다
- Μαρία 마리아
- Μάρκος 마가
- μαρτυρέω 증언하다
- μαρτυρία 증거
- μαρτύριον 증거
- μαρτύρομαι 증언하다
- μάρτυς 증인
- μαστιγόω 채찍질하다
- μάστιξ 채찍
- μάταιος 헛된
- Ματθαῖος 마태
- μάχαιρα 칼
- μεγαλύνω 높이다
- μέγας 큰
- μεθερμηνεύω 뜻하다
- μεθίστημι 움직이다
- μεθύω 취하다
- μέλλω 뒤따르다
- μέλος 지체
- Μελχισεδέκ 멜기세덱
- μέλω 상관하다
- μέν 한편으로는
- μέντοι 그럼에도
- μένω 머물다
- μερίζω 나누다
- μέριμνα 관심
- μεριμνάω 염려하다
- μερίς 부분
- μέρος 부분
- μεσίτης 중보자
- μέσος 한가운데
- μεστός 가득한
- μετά ~와 함께/~뒤에
- μεταβαίνω 떠나다
- μεταδίδωμι 나누어 갖다
- μεταλαμβάνω 나누어 받다
- μεταμέλλομαι 회개하다
- μετανοέω 회개하다
- μετάνοια 회개
- μεταξύ 그 사이에
- μεταπέμπω 소환하다
- μετασχηματίζω 변화시키다
- μετατίθημι 옮기다
- μετέχω 나누어 갖다
- μέτοχος 함께 받는 자
- μετρέω 재다
- μέτρον 분량
- μέτωπον 이마
- μέχρι ~까지
- μή 아니 (부정)
- μηδέ ~도 아니
- μηδείς 아무것도 아님
- μηκέτι 다시는 아니
- μήν 달(月)
- μήποτε ~하지 않도록
- μήτε ~도 아니고
- μήτηρ 어머니
- μιαίνω 더럽히다
- μικρός 작은
- μιμητής 본받는 자
- μιμνήσκω 기억하다
- μισέω 미워하다
- μισθός 삯
- μνᾶ 므나
- μνεία 기념
- μνῆμα 묘실
- μνημεῖον 무덤
- μνημονεύω 기억하다
- μοιχαλίς 음란한
- μοιχάω 간음하다
- μοιχεύω 간음하다
- μόλις 간신히
- μονογενής 유일한
- μόνος 홀로
- μόσχος 송아지
- μῦθος 신화
- μυριάς 만(萬)
- μύρον 향유
- μυστήριον 비밀
- μωρία 미련함
- μωρός 어리석은
- Μωϋσῆς, Μωσῆς 모세
Ν
- Ναζαρέθ, Ναζαρά 나사렛
- Ναζαρηνός 나사렛 사람
- Ναζωραῖος 나사렛 사람
- Ναθαναήλ 나다나엘
- ναί 그렇다
- ναός 성전
- νεανίσκος 청년
- νεκρός 죽은
- νέος 새로운
- νεότης 젊음
- νεφέλη 구름
- νήπιος 아이
- νῆσος 섬
- νηστεία 금식함
- νηστεύω 금식하다
- νήφω 정신 차리다
- νικάω 이기다
- Νικόδημος 니고데모
- νίπτω 씻다
- νοέω 이해하다
- νόημα 마음의 생각
- νομίζω 생각하다
- νομικός 율법사
- νόμος 율법
- νόσος 병
- νότος 남쪽
- νουθετέω 타이르다
- νοῦς 생각
- νύμφη 신부
- νυμφίος 신랑
- νῦν 이제
- νυνί 이제
- νύξ 밤
- Νῶε 노아
Ξ
Ο
- ὁ 그/이/~하는 것
- ὄγδοος 여덟째
- ὅδε, ἥδε 이(것)
- ὁδηγέω 인도해 주다
- ὁδηγός 인도자
- ὁδός 길
- ὀδούς 이(齒)
- ὅθεν 어디로부터
- ὀθόνιον 베로 싼 것
- οἰκέτης 종
- οἰκέω 거하다
- οἰκία 집 안
- οἰκοδεσπότης 집주인
- οἰκοδομέω 세우다
- οἰκοδομή 건물
- οἰκονομία 경영
- οἰκονόμος 청지기
- οἶκος 집
- οἰκουμένη 세상
- οἰκτιρμός 자비
- οἶνος 포도주
- οἷος ~와 같은
- ὀκτώ 여덟
- ὀλιγόπιστος 믿음이 적은
- ὀλίγος 적은
- ὅλος 모든/온
- ὄμνυμι 맹세하다
- ὁμοθυμαδόν 연합한
- ὅμοιος 비슷한
- ὁμοιόω 비유하다
- ὁμοίωμα 모양
- ὁμοίως 이와 같이
- ὁμολογέω 고백하다
- ὁμολογία 고백
- ὄναρ 꿈
- ὀνειδίζω 욕하다
- ὀνειδισμός 책망
- ὄνομα 이름
- ὀνομάζω 이름 짓다
- ὄνος 나귀
- ὄντως 실제로
- ὄξος 신 포도주
- ὀξύς 날카로운
- ὄπισθεν ~후에
- ὀπίσω ~후에
- ὅπλον 무기
- ὁποῖος 어떠한
- ὅπου 어디든지
- ὅπως 저것
- ὅραμα 환상
- ὁράω 목격하다
- ὀργή 진노
- ὀργίζω 노하게 하다
- ὁρίζω 작정하다
- ὅριον 지역
- ὅρκος 서약
- ὁρμάω 몰려 달리다
- ὄρος 산
- ὅς, ἥ ~하는 (관계대명사)
- ὅσιος 성스러운
- ὀσμή 향기
- ὅσος ~한 만큼
- ὀστέον 뼈
- ὅστις 누구/어느
- ὀσφῦς 허리
- ὅταν ~할 때마다
- ὅτε ~할 때
- ὅτι ~라는 것/~이므로
- οὐ 아니
- οὗ 어디로
- οὐαί 화 있을진저
- οὐδέ ~도 아니
- οὐδείς 아무도 없음
- οὐδέποτε 결코
- οὖν 그러므로
- οὔπω 아직 아니
- οὐρά 꼬리
- οὐράνιος 하늘의
- οὐρανός 하늘
- οὖς 귀
- οὔτε ~도 아니고
- οὗτος 이것/이 사람
- οὕτω, οὕτως 이와 같이
- οὐχί 결코 아니
- ὀφειλέτης 빚진 자
- ὀφείλω 빚지다
- ὀφθαλμός 눈
- ὄφις 뱀
- ὄχλος 무리
- ὀψάριον 물고기
- ὀψία 저녁
Π
- παγίς 올무
- πάθημα 고난
- παιδεία 징계
- παιδεύω 훈계하다
- παιδίον 아이
- παιδίσκη 여종
- παῖς 아이
- παίω 치다
- πάλαι 옛적의
- παλαιός 오래된
- πάλιν 다시
- Παμφυλία 밤빌리아
- πανουργία 간교함
- πανταχοῦ 어디에나
- παντοκράτωρ 전능하신
- πάντοτε 항상
- πάντως 반드시
- παρά ~곁에서
- παράβασις 범죄
- παραβάτης 범법자
- παραβολή 비유
- παραγγελία 차례
- παραγγέλλω 명하다
- παραγίνομαι 이르다
- παράγω 넘어가다
- παραδέχομαι 영접하다
- παραδίδωμι 넘겨주다
- παράδοσις 전통
- παραιτέομαι 사양하다
- παρακαλέω 권면하다/위로하다
- παράκλησις 권면
- παράκλητος 모사
- παρακύπτω 몸을 굽히다
- παραλαμβάνω 받다
- παραλυτικός 중풍병자
- παραλύω 마비시키다
- παραπορεύομαι 곁으로 지나다
- παράπτωμα 허물
- παρασκευή 준비일
- παρατηρέω 살피다
- παρατίθημι 앞에 놓다
- παραχρῆμα 즉시
- πάρειμι 있다(임하다)
- παρεμβολή 영내
- παρέρχομαι 곁을 지나다
- παρέχω 빌미를 주다
- παρθένος 처녀
- παρίστημι 곁에 서다
- παροιμία 속담
- παρουσία 오심
- παρρησία 담대함
- παρρησιάζομαι 담대히 전하다
- πᾶς 모든/온
- πάσχα 유월절 어린 양
- πάσχω 고난받다
- πατάσσω 치다
- πατέω 짓밟다
- πατήρ 아버지
- πατρίς 고향
- Παῦλος 바울
- παύω 그만두다
- πείθω 설득하다
- πεινάω 주리다
- πειράζω 시험하다
- πειρασμός 유혹
- πέμπω 보내다
- πενθερά 장모
- πενθέω 애통하다
- πένθος 슬픔
- πεντακισχίλιοι 오천
- πέντε 다섯
- πεντήκοντα 쉰
- πεποίθησις 확신
- πέραν 건너편
- περί ~에 관하여
- περιάγω 두루 데리고 다니다
- περιαιρέω 치워 버리다
- περιβάλλω 옷 입히다
- περιβλέπω 둘러보다
- περιζώννυμι 띠를 두르다
- περίκειμαι 에워싸다
- περίλυπος 근심하는
- περιπατέω 걷다
- περιποίησις 얻음
- περίσσευμα 넘침
- περισσεύω 넘치다
- περισσός 지나친
- περισσότερον 더 지나친
- περισσότερος 더 지나친
- περισσοτέρως 더욱 심하게
- περιστερά 비둘기
- περιτέμνω 할례를 행하다
- περιτίθημι 입다
- περιτομή 할례
- περίχωρος 지역
- πετεινός 새
- πέτομαι 날다
- πέτρα 반석
- Πέτρος 베드로
- πηγή 흐름
- πηλός 진흙
- πήρα 자루
- πιάζω 체포하다
- Πιλᾶτος 빌라도
- πίναξ 접시
- πίνω 마시다
- πιπράσκω 팔다
- πίπτω 무너지다
- πιστεύω 믿다
- πίστις 믿음
- πιστός 신실한
- πλανάω 미혹하다
- πλάνη 잘못
- πλάνος 속이는
- πλατύς 넓은/거리
- πλείων, πλεῖον 더 큰
- πλεονάζω 늘어나다
- πλεονεκτέω 착취하다
- πλεονεξία 탐심
- πλευρά 옆구리
- πλέω 배로 가다
- πληγή 재앙/상처
- πλῆθος 많은 사람
- πληθύνω 번성하게 하다
- πλήθω 채우다
- πλήν 그렇지만
- πλήρης 가득한
- πληροφορέω 이루다
- πληρόω 이루다
- πλήρωμα 성취
- πλησίον 이웃
- πλοιάριον 작은 배
- πλοῖον 배
- πλούσιος 부유한
- πλουτέω 부하다
- πλοῦτος 재물
- πνεῦμα 영/숨
- πνευματικός 신령한
- πνέω 불다
- πόθεν 어디로부터
- ποιέω 하다/만들다
- ποιητής 행하는 자
- ποικίλος 여러 가지의
- ποιμαίνω 목양하다
- ποιμήν 목자
- ποίμνη 떼(무리)
- ποίμνιον 떼(무리)
- ποῖος 무엇
- πολεμέω 싸우다
- πόλεμος 전쟁
- πόλις 성읍
- πολλάκις 자주
- πολύς 많은
- πονηρία 악(형용)
- πονηρός 악한
- πορεύω 두루 다니다
- πορνεία 음행
- πορνεύω 음행에 빠지다
- πόρνη 창녀
- πόρνος 음행하는 자
- πόσος 얼마나
- ποταμός 강
- ποταπός 어떤 종류의
- ποτέ 한 번/~할 때
- πότε 언제
- ποτήριον 잔
- ποτίζω 물을 주다
- ποῦ 어디에
- πούς 발
- πρᾶγμα 물건
- πραιτώριον 관정
- πρᾶξις 행동
- πράσσω 행하다
- πραΰτης 온유
- πρέπω 마땅하다
- πρεσβύτερος 장로
- πρίν ~앞에
- πρό ~앞에
- προάγω 앞서 가다
- προβαίνω 진보하다
- πρόβατον 양(羊)
- προγινώσκω 알아 택하다
- προερέω 미리 말하다
- προέρχομαι 앞서 나가다
- πρόθεσις 목적
- προθυμία 열의
- προΐστημι 앞에 놓다
- πρόκειμαι 앞에 놓다
- προκόπτω 진보하다
- προορίζω 미리 정하다
- προπέμπω 가는 길을 돕다
- πρός ~에게로
- προσδέχομαι 기다려 맞다
- προσδοκάω 기다려 찾다
- προσέρχομαι 가까이 오다
- προσευχή 기도
- προσεύχομαι 기도하다
- προσέχω 조심하다
- προσκαλέω 불러오다
- προσκαρτερέω 함께 머물다
- πρόσκομμα 걸림돌
- προσκόπτω 치다
- προσκυνέω 경배하다
- προσλαμβάνω 받다
- προσμένω 그대로 있다
- προσπίπτω 넘어뜨리다
- προστάσσω 명하다
- προστίθημι 더하다
- προσφέρω 데려오다
- προσφορά 예물
- προσφωνέω 불러오다
- πρόσωπον 얼굴
- πρότερον 이전에
- πρότερος ~앞에
- πρόφασις 구실
- προφητεία 예언
- προφητεύω 예언하다
- προφήτης 선지자
- πρωΐ 이른
- πρωτοκλισία 높은 자리
- πρῶτος 첫째
- πρωτότοκος 맏아들
- πταίω 비틀거리다
- πτέρυξ 날개
- πτῶμα 시체
- πτωχός 가난한
- πύλη 성문
- πυλών 성문
- πυνθάνομαι 알아보다
- πῦρ 불
- πυρετός 열병
- πυρόω 태우다
- πωλέω 팔다
- πῶλος 나귀 새끼
- πώποτε 언제든지
- πωρόω 완악하게 하다
- πως 어떻게
Ρ
- ῥαββί 랍비
- ῥάβδος 막대기
- ῥήγνυμι 내던지다
- ῥῆμα 선언
- ῥίζα 뿌리
- ῥίπτω 내려놓다
- ῥομφαία 칼
- ῥύομαι 건져 내다
- Ῥωμαῖος 로마인
- Ῥώμη 로마
Σ
- σάββατον 안식일
- Σαδδουκαῖος 사두개인
- σαλεύω 흔들다
- σάλπιγξ 나팔
- σαλπίζω 나팔을 불다
- Σαμάρεια 사마리아
- Σαμαρείτης 사마리아인
- Σαούλ 사울
- σαπρός 썩은
- σαρκικός 육신에 속한
- σάρξ 육체
- Σατανᾶς 사단/사탄
- Σαῦλος 사울
- σβέννυμι 끄다
- σεαυτοῦ 너 자신
- σέβομαι 경건하다
- σεισμός 지진
- σείω 흔들다
- σελήνη 달(月光)
- σημαίνω 가리켜 보이다
- σημεῖον 표적
- σήμερον 오늘
- σιγάω 잠잠하다
- σιδήρεος 쇠
- Σιδών 시돈
- Σίλας 실라
- Σίμων 시몬
- σίναπι 겨자
- σινδών 세마포
- σῖτος 곡식
- Σιών 시온
- σιωπάω 조용하다
- σκανδαλίζω 걸려 넘어지게 하다
- σκάνδαλον 걸림돌
- σκεῦος 그릇
- σκηνή 장막
- σκηνόω 거하다
- σκιά 그림자
- σκληρός 굳은
- σκληρύνω 완악하게 하다
- σκοπέω 조심하다
- σκορπίζω 흩다
- σκορπίος 전갈
- σκοτία 어둠
- σκοτίζω 어둡게 하다
- σκότος 어둠
- Σόδομα 소돔
- Σολομών, Σαλωμών 솔로몬
- σός 너의
- σοφία 지혜
- σοφός 지혜로운
- σπεῖρα 무리(대隊)
- σπείρω 씨 뿌리다
- σπέρμα 씨/자손
- σπεύδω 서두르다
- σπήλαιον 굴
- σπλαγχνίζω 불쌍히 여기다
- σπλάγχνον 심정
- σπόρος 씨앗
- σπουδάζω 힘쓰다
- σπουδή 부지런함
- σπυρίς 광주리
- στάδιος 스다디온
- στάσις 소요
- σταυρός 십자가
- σταυρόω 십자가에 못 박다
- στάχυς 곡식 이삭
- στεῖρα 잉태하지 못하는
- στενάζω 탄식하다
- Στέφανος 스데반
- στέφανος 면류관
- στῆθος 가슴
- στήκω 서다
- στηρίζω 굳게 세우다
- στοιχεῖον 원리
- στοιχέω 따르다
- στολή 겉옷
- στόμα 입
- στράτευμα 군대
- στρατεύω 전투하다
- στρατηγός 관리
- στρατιώτης 군인
- στρέφω 돌이키다
- στρώννυμι 펴다
- σύ 너/너희
- συγγενής 친족
- συγκαλέω 불러 모으다
- συγχαίρω 함께 기뻐하다
- συγχέω 당혹하게 하다
- συζητέω 논쟁하다
- συκῆ 무화과나무
- συλλαλέω 더불어 말하다
- συλλαμβάνω 붙들다/잉태하다
- συλλέγω 거두어들이다
- συμβαίνω 일어나다
- συμβάλλω 곰곰이 생각하다
- συμβιβάζω 함께 어울리다
- συμβούλιον 의논
- Συμεών 시므온
- συμπνίγω 숨 막히게 하다
- συμφέρω 유익하다
- συμφωνέω 뜻을 같이하다
- σύν ~와 함께
- συνάγω 모으다
- συναγωγή 회당
- συνανάκειμαι 함께 먹다
- συναντάω 마주치다
- σύνδουλος 동료 종
- συνέδριον 공회
- συνείδησις 양심
- συνεργέω 함께 일하다
- συνεργός 동역자
- συνέρχομαι 모으다
- συνεσθίω 함께 잡수시다
- σύνεσις 깨달음
- συνευδοκέω 응하다
- συνέχω 억누르다
- συνίημι 이해하다
- συνίστημι, συνιστάω 추천하다
- συντέλεια 완결
- συντελέω 완성하다
- συντρίβω 깨뜨리다
- Συρία 수리아
- σύρω 끌다
- συσταυρόομαι 함께 못 박다
- σφάζω 도살하다
- σφόδρα 매우
- σφραγίζω 인치다
- σφραγίς 인(印)
- σχίζω 쪼개다
- σχίσμα 갈라진
- σῴζω 구원하다
- σῶμα 몸
- σωτήρ 구주
- σωτηρία 구원
- σωτήριον 구원하는
- σωφρονέω 온전한 정신이다
Τ
- τάλαντον 달란트
- τάξις 차례
- ταπεινός 낮은
- ταπεινοφροσύνη 겸손
- ταπεινόω 낮추다
- ταράσσω 괴롭히다
- τάσσω 지명하다
- τάφος 무덤
- ταχέως 곧바로
- τάχος 빠름
- ταχύ 빨리
- ταχύς 재빠른
- τε 또한/둘 다
- τεῖχος 담
- τεκνίον 자녀들
- τέκνον 아이
- τέλειος 온전한
- τελειόω 온전하게 하다
- τελευτάω 세상을 떠나다
- τελέω 마치다
- τέλος 목표/세금
- τελώνης 세리
- τέρας 기사(奇事)
- τεσσαράκοντα 마흔
- τέσσαρες 넷
- τέταρτος 넷째
- τετρακισχίλιοι 사천
- τηρέω 지키다
- τίθημι 두다
- τίκτω 낳아 기르다
- τιμάω 공경하다
- τιμή 존귀
- τίμιος 귀한
- Τιμόθεος 디모데
- τίς 어느 것
- τις 어떤 하나
- Τίτος 디도
- τοιοῦτος 이러한
- τολμάω 담대하다
- τόπος 곳
- τοσοῦτος 이토록 큰
- τότε 그런데
- τράπεζα 상(床)
- τράχηλος 목
- τρεῖς, τρία 셋
- τρέφω 먹이다
- τρέχω 달리다
- τριάκοντα 서른
- τρίς 세 번
- τρίτος 셋째
- τρόμος 떨림
- τρόπος 방식
- τροφή 음식
- Τρωάς 드로아
- τρώγω 먹다
- τυγχάνω 얻게 되다
- τύπος 본보기
- τύπτω 치다
- Τύρος 두로
- τυφλός 눈먼
- Τυχικός 두기고
Υ
- ὑβρίζω 학대하다
- ὑγιαίνω 건강하다
- ὑγιής 건강한
- ὕδωρ, ὕδατος 물
- ὑετός 비
- υἱοθεσία 양자 됨
- υἱός 아들
- ὑμέτερος 너의
- ὑπάγω 가다
- ὑπακοή 순종
- ὑπακούω 순종하다
- ὑπαντάω 맞으러 나가다
- ὑπάρχω 있다/~이다
- ὑπέρ ~위에/~을 위하여
- ὑπερβάλλω 능가하다
- ὑπερβολή 뛰어난
- ὑπερέχω 더 높다
- ὑπερήφανος 거만한
- ὑπηρέτης 일꾼
- ὕπνος 잠
- ὑπό ~에 의하여
- ὑπόδειγμα 본
- ὑποδείκνυμι 보이다
- ὑπόδημα 신
- ὑποκάτω 아래에
- ὑπόκρισις 외식
- ὑποκριτής 외식하는 자
- ὑπολαμβάνω 여기다
- ὑπομένω 견디다
- ὑπομιμνήσκω 생각나게 하다
- ὑπομονή 인내
- ὑποπόδιον 발판
- ὑπόστασις 실체
- ὑποστρέφω 돌아가다
- ὑποτάσσω 복종시키다
- ὑστερέω 부족하다
- ὑστέρημα 모자람
- ὕστερος 나중에
- ὑψηλός 높은
- ὕψιστος 지극히 높으신 이
- ὕψος 높이
- ὑψόω 들어 높이다
Φ
- φαγεῖν 먹다
- φαίνω 빛나다/나타나다
- φανερός 분명한
- φανερόω 나타내다
- Φαραώ 바로
- Φαρισαῖος 바리새인
- φαῦλος 악(형용)
- φείδομαι 아끼다
- φέρω 이끌다
- φεύγω 도망하다
- Φῆλιξ 벨릭스
- φημί 이르다
- Φῆστος 베스도
- φθάνω 먼저 이르다
- φθαρτός 썩어질
- φθείρω 멸하다
- φθόνος 시기
- φθορά 썩음
- φιάλη 대접
- φιλαδελφία 형제 사랑
- φιλέω 사랑하다
- φίλημα 입맞춤
- Φίλιπποι 빌립보
- Φίλιππος 빌립
- φίλος 친구
- φιμόω 입을 막다
- φλόξ 불꽃
- φοβέω 두려워하다
- φόβος 두려움
- φονεύς 살인자
- φονεύω 살해하다
- φόνος 살인
- φορέω 걸치다
- φόρος 조공
- φορτίον 짐
- φρέαρ 깊은 곳
- φρονέω 헤아리다
- φρόνιμος 신중한
- φυλακή 옥(獄)
- φυλάσσω 지켜 보호하다
- φυλή 지파
- φύλλον 잎
- φύραμα 덩이
- φυσιόω 부풀리다
- φύσις 본성
- φυτεύω 심다
- φωνέω 일컫다
- φωνή 음성
- φῶς 빛
- φωτεινός 밝은
- φωτίζω 비추다
Χ
- χαίρω 기뻐하다
- χαλάω 낮추어 내리다
- χαλκός 놋(동전)
- χαρά 기쁨
- χάραγμα 새긴 형상
- χαρίζω 은혜를 베풀다
- χάριν ~로 말미암아
- χάρις 은혜
- χάρισμα 선물
- χεῖλος 입술
- χειμών 겨울
- χείρ 손
- χειροποίητος 손으로 지은
- χείρων ~보다 못한
- χήρα 과부
- χιλίαρχος 천부장
- χιλιάς 천(千)
- χίλιοι 천(千)
- χιτών 속옷
- χοῖρος 돼지
- χορτάζω 먹이다
- χόρτος 풀
- χράω 사용하다
- χρεία 필요
- χρῄζω 필요로 하다
- χρῆμα 돈
- χρηματίζω 알리다
- χρηστός 선하고 인자한
- χρηστότης 친절
- Χριστός 그리스도
- χρίω 기름 붓다
- χρονίζω 지체하다
- χρόνος 시간
- χρύσεος 금으로 된
- χρυσίον 금
- χρυσός 금
- χωλός 저는
- χώρα 지방
- χωρέω 자리를 내주다
- χωρίζω 갈라놓다
- χωρίον 곳
- χωρίς ~없이
Ψ
- ψάλλω 찬송을 부르다
- ψαλμός 시(詩)
- ψεύδομαι 거짓말하다
- ψευδομαρτυρέω 거짓 맹세하다
- ψευδοπροφήτης 거짓 선지자
- ψεῦδος 거짓
- ψεύστης 거짓말쟁이
- ψυχή 혼
- ψυχικός 본래의